ΤΑ ΤΣΙΡΙΓΩΤΙΚΑ ΑΜΑΝΑΤΙΑ

 

Αμανάτια στα Κύθηρα λέμε τα πακέτα , τα δέματα που στέλναμε κάποτε με δικό μας άνθρωπο, ή με τον αμανατατζή.

Παλαιότερα που δεν υπήρχαν μεταφορικές και τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, τα δέματα παραδίδονταν με πληρωμή στον αμανατατζή, ο οποίος τα μάζευε σε μια γωνιά του καραβιού, τα μετέφερε στον Πειραιά και τα μοίραζε στους παραλήπτες. Πολλοί Τσιριγώτες, για να αποφύγουν τη φασαρία του αμανατατζή, καιροφυλακτούσαν να μάθουν, αν ταξιδεύει κανένας γνωστός, συγγενής, γείτονας, για να του φορτώσουν το αμανάτι για το παιδί που σπούδαζε, για το συγγενή, ή τον κουμπάρο. Αυτό καταντούσε πολλές φορές φορτικό και αυτοί που έμελλαν να ταξιδέψουν, το κρατούσαν κρυφό, για να μην τους φορτώσουν αμανάτια.

Κάποτε ένας Τσιριγώτης, ο αθεόφοβος, έφτασε στο σημείο, όταν έφτασε στο λιμάνι και δε βρήκε κανέναν άλλο για να του φορτώσει το αμανάτι, να παρακαλέσει το Δεσπότη που ταξίδευε, να του μεταφέρει το αμανάτι στον Πειραιά και να το παραδώσει στο γιό του! Εμείς οι φοιτητές της δεκαετίας του ’60 έτσι μάθαμε την Αθήνα, διότι κάθε τρεις και λίγο μας ειδοποιούσαν να πάμε στα πιο απίθανα σημεία για να παραλάβομε το αμανάτι από το Τσιρίγο.

Ο αξέχαστος Τσιριγώτης ποιητής Πάνος Τρι(Φύλλης) σε ένα από τα χαριτωμένα ποιήματά του περιγράφει ακριβώς αυτά τα ταξιδιωτικά μαρτύρια. Σ αυτό το ποίημα αναφέρεται στον επίσης Κυθήριο ποιητή Σοφοκλή Καλούτση, που έγραψε τον ύμνο στα Κύθηρα. Σε μια στροφή γράφει ο Καλούτσης:
«…. Μέσα από κύματα κι αφρούς στ’ αχνό το φως του αποσπερίτη
αγάπης σπέρνοντας καημούς θ’ αργοδιαβαίνει η Αφροδίτη.
Και σαν και πρώτα θα καλεί στ’ άλσους της μέσα το γρασίδι
τα νέα ζευγάρια για φιλί, για ένα στα Κύθηρα ταξίδι!»

Όμως ο Πάνος Φύλλης έχει άλλη γνώμη για το ταξίδι στα Κύθηρα.
ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
«Μάθανε δα οι χωριανοί πως θε να φύγω την Τετράδη
και να σου σπίτι η Φωτεινή μ’ ένα ροϊ γιομάτο λάδι.
«Πάρ’ του Γρηγόρη, τούτο δά» μου λέει «λεβέντη μου να ζήσεις!
δεσ’ το στην κόφα επαδά κι έχε το νου σου, μην το χύσεις!»
Και φέρνει ο γέρο κυρ Μηνάς φασκομηλέα ένα τσουβάλι
και λέει «κειδά που θα περνάς, δώσ’ το του γιου μου του Μιχάλη»
Και μάνι μάνι κουνιστή η μαυλιδόνα η Στρατούλα
για τη λαλά τη σεβαστή λίγα μποζόνια και μια γούλα.
Έφτυσα αίμα ώσπου να βγω στον Πειραιά με τ’αμανάτια
κι ώσπου τα σπίτια τους να βρω, έρεψα, γίνηκα κομμάτια!
Κι ύστερα λέει ο Σοφοκλής για ένα στα Κύθηρα ταξίδι!
Αμ’ δε γελιέται ο Παναγής, αφού προχτές μου βγήκε ξίδι!»

 

 

Διαβάστε επίσης...
Αφήστε μια απάντηση